| Τοποθεσία

ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ :
Από Αθήνα
: 235 km, Από Κάστρο : 125 km,  Από Λειβαδιά : 100 km,

Από Μπράλο : 40 km, Από Λαμία : 70 km, Από Άμφισσα : 55 km,

Από Δελφούς : 70 km, Από Θες/νικη : 350 km, Από Πάτρα : 120 km


Στο ξενοδοχείο Ασέληνος μπορείτε να έρθετε οδικώς:

  • Από την Εθνική οδό Αθηνών Λαμίας μέσω Μπράλου (200ο χλμ. Εθνικής οδού από Αθήνα) ή μέσω Λιβαδειάς- Άμφισσας-Λιδορικίου
  • Από την παραλιακή οδό Αντιρρίου - Άμφισσας - Λιδορικίου

Καιρός:
Στην ευρύτερη περιοχή επικρατεί ήπιο κλίμα γενικά. Το καλοκαίρι η θερμοκρασία την ημέρα ανέρχεται σε 3-4 βαθμούς χαμηλότερα από ότι στα πεδινά της Κεντρικής Ελλάδας (max 35-37οC), ενώ το βράδυ είναι σχεδόν πάντοτε δροσερό. Το χειμώνα η θερμοκρασία κυμαίνεται από -3 έως 5οC για ένα περίπου μήνα. Χιονίζει 1-3 φορές το χρόνο και σπάνια παρουσιάζονται προβλήματα στην επικοινωνία, τουλάχιστον από τη Νότια πλευρά (είσοδος από Λιδωρίκι).Η βορεινή πλευρά παρουσίαζει προβλήματα προσέγγισης μερικές φορές (παγετός στους δρόμους ιδιαίτερα τις βραδυνές ώρες) για αυτό και συνιστάται στους επισκέπτες να συννενοούνται με τους ιθύνοντες του Ξενοδοχείου για την επιλογή της καταλληλότερης διαδρομής προσέγγισης.

www.forecasts.gr ή www.noa.gr/forecast


ΜΥΘΟΙ & ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

1. ΕΝΔΥΜΙΩΝ ΚΑΙ ΣΕΛΗΝΗ

Στα παλιά, μυθικά χρόνια, την εποχή του Δωδεκάθεου, στα ριζά της Γκιώνας ζούσε ένας βοσκός, ο Ενδυμίων (εγγονός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, του ζευγαριού που επέζησε από τον κατακλυσμό του Δία), ο οποίος διέθετε εκπληκτική ομορφιά. Όταν τον είδε η Σελήνη, ημίθεα κατά τους Aρχαίους ‘Ελληνες, τον αγάπησε και συνδέθηκε μαζί του ερωτικά. Για να γλιτώσουν όμως από τις ερωτικές διαθέσεις του Δία, το ζευγάρι πήγαινε στις παρυφές της Γκιώνας όπου η Σελήνη άπλωνε τα πέπλα της και κρύβονταν από τα μάτια του Δία. Γι’ αυτό και το επίσημο όνομα της Γκιώνας είναι «ΑΣΕΛΗΝΟΝ ΟΡΟΣ», από το οποίο πήρε το όνομά του το Ξενοδοχείο μας.

2. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Ο πιο πάνω μύθος του Ενδυμίωνα και της Σελήνης έχει άμεση σχέση με την ονομασία του χωριού. Κατ’ ουσίαν ο Δίας δεν μπορούσε να δει το ζευγάρι λόγω της ιδιοτυπίας του όρους Γκιώνα (στην Δυτική πλευρά έχει μια κάθετη βραχώδη ορθοπλαγιά ύψους 1.700 μέτρων περίπου, με την περίφημη «πλάκα», ονομαστό αναρριχητικό πεδίο με αρνητική κλίση), όπου κρυβόταν ο Ενδυμίωνας με την Σελήνη. Γι’ αυτό και το χωριό, που βρίσκεται στους πρόποδες της Γκιώνας σε μικρή, αλλά ασφαλή απόσταση, ονομάστηκε «Σκιά», αφού ο Ήλιος το καλοκαίρι έρχεται στο χωριό μετά την 10η πρωινή και τον χειμώνα, μετά τις 12 το μεσημέρι, ενώ ένα τμήμα του χωριού δεν το βλέπει ο ήλιος καθόλου για 2-3 μήνες. (Κατ’ αντίθεση προς το Προσήλιο, χωριό που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Γκιώνας). Στο διάβα των χρόνων, η ονομασία του χωριού πραφράστηκε σε «Συκιά» (νεοελληνική «Συκέα»), χωρίς όμως να δικαιολογείται, αφού ελάχιστες συκιές (δέντρα) είναι στο χωριό. Ενέργειες γίνονται ήδη για την επαναφορά του αρχικού ονόματος.

3. ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ


4. ΟΙ ΛΟΚΡΟΙ – ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ – Ο ΗΡΑΚΛΗΣ

Η περιοχή τα παλιά χρόνια (1000 π. Χ.) εκατοικείτο από τους Οζολούς Λοκρούς, οι οποίοι σύμφωνα με μια διαδεδομένη παράδοση ταυτίζονταν με τους Λέλεγες, ενώ κατ’ άλλη συγκαταλέγονταν στους Αιολείς. Κατά μία εκδοχή την ονομασία «Οζολοί» την πήραν από το ρήμα «όζω», που σημαίνει «βρωμάω», επειδή δεν φορούσαν ρούχα, αλλά προβειές ζώων. Στην συνέχεια η περιοχή κατοικήθηκε από τους Δωριείες και αποτέλεσε ορμητήριό τους για την εξάπλωσή τους και σε άλλες περιοχές. Γι’ αυτό και η ονομασία «Δωρίδα» (δυτική επαρχία της Φωκίδας) και πιθανότατα και η ονομασία του Λιδωρικίου (ετυμολογική απόδοση της αναφοράς στο Λιδωρίκι από τους Ενετούς «Li Dorici» = οι Δωριείς).

Λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από το χωριό Συκιά, στον Ενθνικό Δρυμό της Οίτης είχε εξοριστεί από τον Ευρυσθέα (Βασιλιά των Μυκήνων) και ο μυθικός ήρωας Ηρακλής, όπου συνέχισε τα κατορθώματά του και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εδώ ο Ηρακλής νυμφεύθηκε την Δηιάνειρα, αφού νίκησε τον ανταγωνιστή του Αχελώο, με την οποία απέκτησε τον υιό του Ύλλο.

Μια μέρα ξεκίνησε ο Ηρακλής με την Δηιάνειρα και τον Ύλλο να επισκεφθεί τον φίλο και κουνιάδο του Μελέαγρο που ήταν στην γειτονική Αιτωλία. Φθάνοντας στον ποταμό Εύηνο παρουσιάστηκε στην όχθη ο Κένταυρος Νέσσος ο οποίος προσφέρθηκε να τους βοηθήσει να διαβούν το ποτάμι. Πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του την Δηιάνειρα, αλλά ξεκινώντας να περάσει το ποτάμι την ερωτεύτηκε παράφορα και προσπάθησε να την απαγάγει. Ακούγοντας τις φωνές της Δηιάνειρας ο Ηρακλής και αντιλαμβανόμενος τις προθέσεις του Κένταυρου Νέσσου, τον σημάδεψε με το τόξο του και έστειλε μία δηλητηριασμένη σαΐτα κατ’ ευθείαν στην καρδιά του. Πληγωμένος ο Κένταυρος κολύμπησε μέχρι την όχθη όπου άφησε την Δηιάνειρα και πριν ξεψυχήσει της είπε: «Για το κακό που μου έκανες εγώ θα σου κάνω κάτι καλό και έτσι θα με θυμάσαι. Μάζεψε το αίμα που χύνεται από την πληγή μου και άλειψε με αυτό τον χιτώνα του άνδρα σου, αν θέλεις να μην αγαπήσει ποτέ άλλη γυναίκα εκτός από σένα...».

Η Διηάνειρα μάζεψε το αίμα του Κένταυρου και το φύλαξε κάτω από τον χιτώνα της χωρίς να πει ποτέ τίποτε γι’ αυτό στον Ηρακλή. Τα χρόνια πέρασαν και όταν μια μέρα η Δηιάνειρα, η οποία ήταν πολύ ζηλιάρα, νόμισε πως ο Ηρακλής δεν την αγαπούσε πια, χωρίς να σκεφτεί καν τί πάει να κάνει, άλειψε έναν χιτώνα με το αίμα του Νέσσου και του τον έδωσε να τον φορέσει. Ο Ηρακλής ανύποπτος τον φόρεσε, αλλά μόλις έπεσαν πάνω του οι ζεστές ακτίνες του ήλιου, ο χιτώνας άρχισε να θερμαίνεται και το δηλητήριο χύθηκε στο δέρμα του και ένιωσε ξαφνικά φοβερούς και αφόρητους πόνους. Μάταια προσπάθησε να πετάξει από πάνω του το δηλητηριασμένο ρούχο το οποίο είχε κολλήσει στο δέρμα του και είχε γίνει ένα με τις σάρκες του. Υποφέροντας από τους πόνους και μην ξέροντας πώς να γλυτώσει από το φρικτό μαρτύριο, ο Ηρακλής έτρεξε στο Μαντείο των Δελφών, όπου η Πυθία του μήνυσε ότι οι θεοί διατάζουν να πάει κοντά τους αφού καεί σε φωτιά.

Έτσι με προτροπή του, ο γιος του Ύλλος και ο φίλος του Φιλοκτήτης άναψαν στις κορφές της Οίτης μεγάλη φωτιά, στις φλόγες της οποίας ξάπλωσε ο Ηρακλής, ενώ αστραπές έσχιζαν τα ουράνια και δυνατές βροντές έκαναν ολόκληρο το βουνό να σείεται. Ξαφνικά ένα φωτεινό σύννεφο ερχόμενο από τον Όλυμπο κατέβηκε κοντά στον Ηρακλή, τον πήρε και τον έφερε στον πατέρα του τον Δία. Ο βωμός όπου ανάψε η φωτιά (Πυρά Ηρακλέους) σώζεται μέχρι σήμερα και βρίσκεται στον Εθνικό Δρυμό της Οίτης (περίπου 4 χλμ. πάνω από το χωριό Πυρά που πήρε το όνομά του από την πυρά του Ηρακλή).

Ο Ηρακλής απέκτησε πολλούς απογόνους, τους Ηρακλειδείς, που επιμίχθηκαν με τους Δωριείς. Πεθαίνοντας ζήτησε από τους απογόνους του να εκδικηθούν για τον διωγμό του από τις Μυκήνες. Αυτοί, εισακούγοντας την παράκλησή του, κατέβηκαν με τους Δωριείς στην παραλία, έκοψαν ξύλα από τα δάση που υπήρχαν στην περιοχή και έφτειαξαν πλοία με τα οποία πέρασαν στις απέναντι ακτές του Κορινθιακού και κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (γνωστή ως «κάθοδος των Δωριέων» στην Πελοπόννησο). Στο μέρος όπου ναυπήγησαν τα πλοία έγινε οικισμός, ο οποίος εξελίχθηκε στην ιστορική πόλη της Ναυπάκτου (ναυς + πακτός, δηλ. φτειάξιμο πλοίων).


© All right reserved Site name

Powered by Selector connect